Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Γιατί καταπιανόμαστε με την υπόθεση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς;

Γιατί καταπιανόμαστε με την υπόθεση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς; Απόσπασμα της εισήγησης για την εκδήλωση αλληλεγγύης που πραγματοποιήθηκε στις 11 Οκτώβρη 2012 στο κτίριο Γκίνη του ΕΜΠ, εν όψει της δίκης για την υπόθεση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Γιατί καταπιανόμαστε με την υπόθεση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς; Το φαινομενικά απλό αυτό ερώτημα, έχεις ως στόχο να αναπτυχθούν κάποιοι συλλογισμοί πάνω στην συγκεκριμένη υπόθεση, τα νοήματα, τις προεκτάσεις, τα διακυβεύματα.

“Το ότι έχουμε αιχμαλώτους σημαίνει ότι έχουμε πόλεμο. Το ότι στεκόμαστε αλληλέγγυοι σε αυτούς, σημαίνει ότι δεν νικηθήκαμε ακόμα”.

Η κατασταλτική κίνηση της κρατικής μηχανής έχει ως αφετηρία τις αρχικές συλλήψεις και την ταυτόχρονη έκδοση ενταλμάτων για άλλα 6 άτομα, με βάση αποτυπώματα στο σπίτι μέλους της οργάνωσης στο Χαλάνδρι. Έκτοτε η επιχείρηση, δήθεν εξάρθρωσης της οργάνωσης, προχωράει με συνεχείς προσαγωγές, συλλήψεις, διώξεις, θεαματικού διασυρμούς συντροφισσών, συντρόφων, αγωνιστών και αγωνιστριών, όπου σε κάποιες περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί όχι απλά δεν είχαν σχέση και συμμετοχή στην οργάνωση, αλλά τα υποτιθέμενα στοιχεία των μπάτσων δεν ήταν αρκετά ούτε να παραπεμφθούν σε δίκη.

Αρχικά λοιπόν, παρατηρούμε ότι βασικό συστατικό της συγκεκριμένης εκστρατείας του καθεστώτος, είναι η αιχμαλωσία δραστήριων αγωνιστών μέσω της προφυλάκισης και της φυλάκισης, αλλά και η δικαστική/διωκτική ομηρία άλλων τόσων. Στο πνεύμα του δόγματος Marini (εισαγγελέα στην γειτονική Ιταλία που καθιέρωσε την βιομηχανοποιημένη παραγωγή υπόπτων και ενόχων, εγκλωβίζοντας εκατοντάδες αναρχικούς σε έναν λαβύρινθο στοχοποιήσεων, διώξεων και φυλακίσεων), οι αρχές του ελληνικού κράτους με επίκεντρο το Χαλάνδρι, επιχειρούν να αυξήσουν σταδιακά τη διάμετρο ενός κύκλου υπόπτων/ενόχων μέσα στο αντιεξουσιαστικό κίνημα.

Η υπεράσπιση των συντρόφων που είτε βρέθηκαν αιχμάλωτοι για τις πράξεις και το λόγο τους, όπως οι σύντροφοι που έχουν αναλάβει την ευθύνη για τη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, είτε των συντρόφων που βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας κρατικής κατασταλτικής επιχείρησης, αποτελεί προϋπόθεση της συνέχισης και της προώθησης μιας μάχης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Στη μάχη ενάντια στην εξουσία, η συμπαράταξη με αυτούς και αυτές που εκείνη τη στιγμή διώκονται, διασύρονται ή φυλακίζονται, δεν έχει μόνο ως στόχο τον απεγκλωβισμό των ομήρων και την απελευθέρωση των αιχμαλώτων συντρόφων. Είναι επιπλέον η λογική “να μην αφήνουμε κανέναν πίσω”, ενισχύοντας την ακεραιότητα του αγώνα. Αγωνιζόμενοι να επαναφέρουμε τους αιχμαλώτους στις δικές μας γραμμές, τροφοδοτούμε και οξύνουμε τον ίδιο τον πόλεμο ενάντια στο καθεστώς. Πρόκειται για μια σχέση αμφίδρομη.

Εξάλλου, η αλληλέγγυα μαχητική στάση δίπλα σε συντρόφους που βρίσκονται έγκλειστοι ή διωκόμενοι, αποτελεί ένα ακόμα πεδίο αντιπαράθεσης με το κράτος και τους μηχανισμούς του, μια ακόμα αφορμή και αιτία για προπαγάνδιση του λόγου ενάντια στους θεσμούς της δικαιοσύνης, της φυλακής, των μπάτσων, και φυσικά την αιτία για εξάπλωση των δράσεων αλληλεγγύης.


Η υπόθεση της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, δεν εξαντλείται όμως στο κλασικό σχήμα καταστολής και αλληλεγγύης με διωκόμενους αναρχικούς, αν και ομολογουμένως το δεύτερο σκέλος αποτιμάται λειψό σε σχέση με την βαρύτητα της υπόθεσης. Η επιχείρηση δεν συνίσταται απλώς στη σύλληψη μελών της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, στη δίωξη άλλων αγωνιστών, και τελικά στην απενεργοποίηση μόνο των εμπλεκομένων ατόμων. Η υπόθεση αυτή, όπως εξαρχής χειρίζεται από τα επιτελεία των μπάτσων και των δικαστικών, των πειθήνιων εκτελεστών της εξουσίας, αποτελεί τον δοκιμαστικό σωλήνα για τους κατασταλτικούς πειραματισμούς τους καθεστώτος.

Στη διάρκεια αυτών των τριών χρόνων, το καθεστώς επιδόθηκε σε μια σειρά “καινοτομιών” σε δικονομικό, κατασταλτικό και επικοινωνιακό επίπεδο. Ανάμεσα σε άλλα, έχουμε την εδραίωση δημοσίευσης φωτογραφιών των συλληφθέντων ή των καταζητούμενων και παράκληση στους δωσίλογους να συνδράμουν με πληροφορίες το έργο των μπάτσων, αδικήματα που ανασύρονται σε ύστερο χρόνο και κατηγορίες που φυλάγονται για να αποδοθούν σε δόσεις ούτως ώστε να παρατείνεται ο χρόνος προφυλάκισης, μάρτυρες κατηγορίες μπάτσοι της αντιτρομοκρατικής να εξαφανίζονται, πειστήρια όπως το περίφημο κηροπήγιο με το οποίο προσπάθησαν να κατηγορήσουν την Αντιγόνη Χ. να μην εμφανίζονται στη δικογραφία, οι κοινωνικές σχέσεις με κατηγορούμενους να αποτελούν βάση για νέες διώξεις, η ενοποίηση υποθέσεων και συλλήψεων χωρίς υπαρκτά συνεκτικά στοιχεία, η αλματώδης αύξηση των παρακολουθήσεων φυσικών προσώπων και τηλεπικοινωνιών, μη καταγραφή των πρακτικών σε δίκες, παρακράτηση των ταυτοτήτων στους παριστάμενους στο δικαστήριο, η ποινικοποίηση του λόγου μέσα από διώξεις για κείμενα που δημοσιεύουν τα φυλακισμένα μέλη της ΣΠΦ και ο Θεόφιλος Μαυρόπουλος (και άλλα και άλλα).

Με τους πειραματισμούς αυτούς, το καθεστώς πρώτα από όλα ζυγίζει τα όρια και τα αντανακλαστικά των ίδιων των διωκόμενων, των αλληλέγγυων συντρόφων, του ευρύτερου ανταγωνιστικού αντιεξουσιαστικού κινήματος και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών. Πειράματα που αποδείχτηκαν επιτυχή για την υπόθεση της Συνωμοσίας, όταν αποδειχτήκαμε ανεπαρκείς στο να κατασκευάσουμε τα κατάλληλα αναχώματα, τελικά παγιώνονται και αποκρυσταλλώνονται σε μια διαρκώς αναβαθμιζόμενη πολιτική και τακτική καταστολής, επιτήρησης και γενικότερα άμβλυνσης των αιχμών του πολέμου ενάντια στην εξουσία.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό, ότι οι πειραματισμοί αυτοί δεν αφορούν μόνο τη Συνωμοσία και τους διωκόμενους, όπως έχει αποδειχτεί στο πέρασμα του χρόνου. Οι πειραματισμοί δεν αφορούν την εξουδετέρωση μια αναρχικής οργάνωσης αντάρτικου πόλης. Οι πειραματισμοί αυτοί προεικονίζουν μια κατάσταση διαρκούς έκτακτης ανάγκης, όπου ο κατασταλτικός μηχανισμός αναδεικνύεται σε ακόμα σημαντικότερο πυλώνα διατήρησης της κοινωνική ειρήνης, όταν αυτή φαίνεται να ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί.

Άλλωστε η υπόθεση της Συνωμοσίας, είναι σφάλμα να αντιμετωπίζεται ξεκομμένα από το ιστορικό πλαίσιο της, αυτό της οικονομικής ύφεσης, της κρίσης συναίνεσης, των μικρών και μεγαλύτερων ρωγμών στη καθημερινότητα, των αναταραχών, και της εντελώς αναμενόμενης περαιτέρω θωράκισης του καθεστώτος. Και υπό αυτό το πρίσμα, οι νέες τακτικές που εδραιώνονται από το κράτος, είναι απειλή για τον καθένα που θα αποπειραθεί να αντισταθεί και να επιτεθεί στην βαρβαρότητα των καιρών μας.


Όπως έχει περιγραφεί ήδη παραπάνω, το καθεστώς επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει στο έπακρο τις συλλήψεις μελών της Συνωμοσίας, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας κινήσεις με πολλαπλές στοχεύσεις. Ένα σημείο που τείνει να μην αναφέρεται συχνά αλλά είναι εξίσου σημαντικό, όσον αφορά τις επιδιώξεις των κρατικών μηχανισμών, είναι η συκοφάντηση και αναχαίτιση της άμεσης δράσης.

Η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, έδρασε σε μια χρονική περίοδο και κοινωνική συγκυρία, όπου στον ελλαδικό χώρο υπήρξε ένταση των κινήσεων άμεσης δράσης, επιθετικών αιφνίδιων ενεργειών ενάντια σε κρατικούς / καπιταλιστικούς στόχους, ενώ ο λόγος που τις συνόδευε βημάτιζε παράλληλα με τα κοινωνικά τεκταινόμενα, σε μια πανδαισία αντιλήψεων και τάσεων του αντιεξουσιαστικού κινήματος. Με τα λόγια αυτά δεν υπερθεματίζουμε πάνω σε ένα συγκεκριμένο μέσο αγώνα, που άλλωστε δεν ήταν αυτό που μονοπωλούσε τις επιλογές και τα γεγονότα μάχης ενάντια στην εξουσία. Αντίθετα η πρακτική της άμεσης δράσης, της αντίληψης δηλαδή για την εδώ και τώρα σύγκρουση με το υπάρχον, διανθίστηκε με πλήθος άλλων μέσων και επιλογών, όπως οι μαχητικές πορείες, οι καταλήψεις, η έντονη αναρχική παρουσία σε σχεδόν κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής.

Το καθεστώς λοιπόν, διαβλέποντας την επικινδυνότητα μιας εντεινόμενης όξυνσης των συγκρουσιακών πρακτικών, στοχεύει ανάμεσα σε όλα τα άλλα και στην αναχαίτιση της ενοποίησης λόγου και πράξης. Επιθυμεί την απενεργοποίηση όχι όσων στενά ταυτίζονται με τις πρακτικές και τον λόγο της Συνωμοσίας αλλά με οποιαδήποτε απειλητική έμπρακτη κίνηση. Χωρίς να αγνοούνται όλοι οι άλλοι παράγοντες, η υπόθεση της Συνωμοσίας, συνέβαλλε στην μερική απενεργοποίηση και αναχαίτιση τέτοιων πρακτικών, οπισθοδρομώντας γενικά τις κινηματικές ανταγωνιστικές διαδικασίες.

Η εξουσία, πατώντας πάνω στην υπόθεση της Συνωμοσίας, προσπάθησε να φωλιάσει τον φόβο, τον δισταγμό, την αμφιβολία στα μυαλά των αγωνιζομένων, ισχυροποιώντας τα όρια του νόμου όχι μόνο για το αντιεξουσιαστικό κίνημα αλλά για κάθε κοινωνικό κομμάτι που φλέρταρε με την αντίσταση και την υπέρβαση των κατεστημένων ορίων. Δυστυχώς πρέπει ακόμα να παρατηρήσουμε ότι εγέρθηκαν ζητήματα μέσων αγώνα και αντιλήψεων, την χειρότερη χρονική στιγμή, την στιγμή που ήταν θερμή η αντιπαράθεση των διωκόμενων και συλληφθέντων με τους κρατικούς μηχανισμούς, την στιγμή ακριβώς που κρίνεται αυτονόητη η αλληλέγγυα στάση στους μαχητές της ελευθερίας. Καμιά αντίληψη ή μέσο αγώνα δεν καθαγιάζεται ούτε θεωρείται υπεράνω κριτικής, όμως η κριτική οφείλει να είναι διαλεκτική και με γνώμονα την γενικότερη αντιεξουσιαστική ανατρεπτική διάθεση, και όχι δικαιολογία στάσης αναμονής, αδιαφορίας και αδράνειας.
https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1429703 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου

 
NewsAlloy button