Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Ο εφτάψυχος μπαλουξής Παντέλος Νιοτής...

Του Μανώλη Δημελλά
Ήταν πολλοπά, μπόλικα, τα ψάρια μέσα στη βαρκούλα έκαναν τα αδέλφια να χαμογελούν, η χαρά τους ξεσκονούσε πάνω στον αφρό της θάλασσας και με το τελευταίο δυναμίτη θα απογέμιζαν πια το...
γέρικο σκαφάκι.
Έμεινε μόνος, ο δεκάχρονος Γιάννης να κουμαντάρει τη βάρκα, με τα κουπιά που ήταν πιο μεγάλα από το μπόϊ του, ενώ οι άλλοι δυό, ο Παντέλας και ο Δήμος, βγήκαν πάνω στο βράχο, δεν τους έβλεπαν από το λιμάνι, τα Πηγάδια, δεν ήθελαν να τους μυριστούν οι Ιταλοί, είχαν σκαρώσει τη δουλειά με τακτική και μαεστρία, μεσημέριασε και τώρα στο τέλος, δεν θα τους έπαιρνε κανείς χαμπάρι.
Η θάλασσα στρούφιξε λίγο το μικρό σκαρί προς την ακτή, ενώ ο πιτσιρίκος πάλευε για να τη μαζέψει προς τα βράχια, είχαν σχεδόν τελειώσει με τον πασμό, είδαν που φανήκαν κι εκείνα τα μεγάλα κομμάτια, κάτι πεινασμένες ψαρούκλες που αρπούσαν το μπαγιάτικο ψωμί και το καταπίναν αμάσητο, μια χαψιά!
Ο Παντέλης έκαμε νόημα στο Δήμο, σα να του έλεγε:
- άντε τέλειωνε πια, ετούτα δω θα φάνε και τις πέτρες κι ύστερα θα την κοπανήσουν.
Έβγαλε το μασούρι και το άναψε βιαστικά, όμως δεν πρόλαβε να το πετάξει μέσα στη θάλασσα, κοντό το φιτίλι, έκαμε το δυναμίτη να σκάσει μέσα στα χέρια του, σίγουρα η στιγμή ήταν του σατανά στα χειρότερα του.
Το άψυχο κορμάκι του έπεσε σα βαρύ σακί, μέσα στη θάλασσα, ο Δήμος σκοτώθηκε ακαριαία, ενώ ο Παντέλας ήταν παραδίπλα, άρπαξε στο πρόσωπο όλη την ενέργεια της έκρηξης, στις πρώτες στιγμές ένιωθε πως τυφλώθηκε, έχασε το φως του.
Ανέβασαν στη βάρκα το πτώμα του αδελφού τους και οι δυό ζωντανοί Νιοτήδες γύρισαν κλαμένοι και χεσμένοι από φόβο, στο λιμάνι.
Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’30, εκείνα τα χρόνια στο μικρό νησί, τα πράματα ήταν διαφορετικά, έγιναν οι απαραίτητες ανακρίσεις, όμως οι κατακτητές Ιταλοί, ήθελαν την ησυχία τους, έτσι σκέπασαν το μοιραίο λάθος και άφησαν τη φαμίλια του Ολυμπίτη ψαρά, του Μιαούλη της Καρπάθου, βουτηγμένη στο πένθος και στην ησυχία της.
Έλεγε ο φιλόσοφος Σωκράτης, το πεπρωμένο κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει, και ο Παντέλας λίγα χρόνια αργότερα, τον επιβεβαίωσε με τον πιο απίθανο τρόπο.
Όπως κάθε φορά, ήταν μέσα στο νερό, για ψάρεμα, στα Πηγάδια, πίσω από τα Οβρέϊκα, παρέα με τον Μενεδιάτη Νίκο Οικονομίδη, όταν ένα συμμαχικό αεροπλάνο βομβάρδιζε αλύπητα κι ασύστολα τις γύρω ακτές του λιμανιού.
Κοντά δέκα χρόνια από το προηγούμενο δυστήχημα, είχε ξεχάσει την παρολίγο δικιά του τραγωδία, όταν οι δύο φίλοι τρομαγμένοι από της Εγγλέζικες μπόμπες, άρχισαν να τρέχουν από την ακτή προς τα βράχια για να ξεφύγουν.
Τα αεροπλάνα πετούσαν σε χαμηλό ύψος, δεν είχαν μπόμπες για άσκοπο ξόδεμα, ήθελαν να βλέπουν, να κυαλάρουν το στόχο κι έπειτα να αφήνουν τα θανατερά “δωράκια” τους.
Μια τέτοια βόμβα έσκασε δίπλα στα παιδιά, έκοψε το πόδι του Οικονομίδη, ενώ πήρε τον Παντελή στο στομάχι που το άνοιξε, ξεχύθηκαν έξω όλα τα σωθικά του. Μάζεψε ό,τι μπορούσε και κρατώντας στα χέρια του τις σπλήνες, τα αντέρια και τα συκώτια του, αλλά και τον φίλο με το κομμένο ποδάρι στους ώμους, πήγαν κούτσα-κούτσα στο πρώτο Ιταλικό φυλάκιο.
Εκεί τους φόρτωσαν σε ένα τζίπ και τους μετέφεραν στο στρατιωτικό νοσοκομείο, που ήταν ψηλά, στο χωριό Βωλάδα. Ο γιατρός έκανε ότι μπορούσε, έβαλε ξάνα τα όργανα, μέσα στο σώμα του και τον έραψαν.
Δεν έδιναν πιθανότητες επιβίωσης, μετρούσε στιγμές το παληκάρι, έτσι έλεγαν με κατεβασμένα τα μάτια στους γονείς και τα αδέλφια του.
Ε]Σα να μην έφτανε η αγωνία είχαν και την κουκουβάγια! Στα δύσκολα, έλεγαν πως αν σε τρεις ημέρες φανεί καμμιά κουκουβάγια και λαλήσει, τότε κλάφτα Χαράλαμπε, είναι κοντά ο Χάρος.
Αντίθετα ο φίλος του Παντελή, ο Νίκος Οικονομίδης, με ένα ποδάρι λιγότερο έδειχνε να τη βγάζει, να πηγαίνει όλο και καλύτερα.
Την επομένη το βράδυ ο Οικονομίδης ξεψύχησε, ενώ ο Παντέλας έπαιρνε τα πάνω του και ετοιμαζόταν για να επιστρέψει στο λιμάνι!
Σε εκείνο τον βομβαρδισμό η οικογένεια του Νιωτή δεν έχασε τον Παντέλα, θρήνησε όμως δυό άλλα παιδιά της, ο πιο μικρός, ο στερνός γιός τους, δεν πρόλαβε να τρέξει, για να χωθεί μέσα στο υπόγειο και μια αδέσποτη βόμβα, έσκασε παραδίπλα και τον άφησε στον τόπο, ενώ η πιο μεγάλη και παντρεμένη κόρη τους, έτρεξε κοντά μήπως μπορέσει να σώσει το παιδί , με το ξαναπέρασμα του πολεμικού αεροσκάφους την γάζωσε το πολυβόλο, έπεσε και αυτή, νεκρή δίπλα στο μικρό αδελφό της.
Ακόμη μια ο Παντέλας κοψοχόλιασε τον Άγιο του!
Αυτή ήταν η τρίτη και δεν ήταν φαρμακερή. Μόλις είχε απελευθερωθεί το νησί, χειμώνας του 1944, οι Εγγλέζοι κάνανε το κουμάντο και είχαν μέσα στο λιμάνι ένα πολεμικό βαπόρι και ξεφόρτωναν εφόδια και πυρομαχικά με τους Ινδούς βαστάζους τους αλλά είχαν και τους μπαλουξήδες, που έτρεξαν για ένα μεροκάματο.
το γλεντοκόπι ενός γάμου, στα Πηγάδια, είχε αποτρέψει αρκετούς από τους άντρες, για να κατέβουν για βοήθεια, όμως ο Παντέλας βρέθηκε στο μοιραίο ξεφόρτωμα.
Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός κρότος, έπειτα πήραν μπροστά οι όλμοι και οι χειροβομβίδες, έσκαγαν σα τα βαρελότα.
Κομμάτια από κορμιά κι άψυχα πτώματα γέμισε όλο το λιμάνι, αλλά και σε αυτό, το μεγάλο ατύχημα, ο Παντέλας ήταν από τους λίγους που την γλύτωσε και μάλιστα χωρίς κάνενα τραύμα.
Ένας εφτάψυχος γάτος, δεν ήθελε να πεθάνει από εκρηκτικά και δυναμίτες,
με κανένα τρόπο δεν έδινε, δεν παρέδιδε τη ψυχή του.
Έφυγε από τον τόπο, ξενητεύτηκε πάνω στο κυνηγητό του μεροκάματου, όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί τη θάλασσα.
Ο λοστρόμος, ο Παντέλας, έτσι τον γνώριζαν στον Πειραιά, λεβέντη και γερό ποτήρι όπως ήταν, δεν άφηνε περιθώρια για λόγια και παράτερες κουβέντες.
Έπινε μα δεν ήταν για να ξεχάσει, δεν άφησε παραπονενένα, αδέλφια και γονείς, που πάντα τους γέμιζε με πεσκέσια, από τα ταξίδια του.
Δοκίμασε γάμους και στεφάνια στο νησί, μα δεν περπάτησε η ιστορία, χώρισε δίχως κρότο και φασαρία, δεν ήταν ταιριαστό ζευγάρι και ένιωθε να πνίγεται και να χάνει τις στιγμές του.
Ταξίδεψε μέχρι την Αμερική, στη Νέα Υερσέη, όμως δεν μπόρεσε να αλλάξει τη ζωή του. Νέα ξεκινήματα, μακριά από τη θάλασσα ήταν από την αρχή πνιγμένα.
Ο Παντέλας ήταν γνήσιος θαλασσινός, χρειαζόταν το ιώδιο και την αρμύρα πιο πολύ κι από το οξυγόνο και συνέχισε τα μπάρκα και μακρυνά ταξίδια, μόνο που τώρα η νέα νησιώτισσα γυναίκα του, έδειχνε να βάζει σε οικογενειακά δεδομένα τη ζωή του. Οι μοίρες αλλιώς είχαν απλώσει τα χαρτιά του, στο τέλος βρέθηκε μονάχος στο νησί, να περνά σιωπηλά τον υπόλοιπο καιρό του.
Παλίκαρος, με θαλασσινό μεζέ και λίγο κρασί άνοιγε καρδιά και μοίραζε συναίσθημα, διάλεγες και έπαιρνες κάθε καλωσύνη.
Ο Παντέλας Νιοτής που άντεξε μπόμπες και δυναμίτες, έσβησε αθόρυβα, δίχως βοές και κρότους, έσυρε μαζί του μια διαφορετική εποχή, περισσότερο καθαρή στα σίγουρα πιο αντρίκια.
Κάθε που σκέφτονται και μελετούν τον θρύλο, μπερδεύουν την αλήθεια με το μύθο. Όμως τους βλέπει, τους παρακολουθεί ο αδελφός του, ο τελευταίος από τη φαμίλια εκείνης της εποχής, ο Γιάννης Νιωτής. Μια άλλη απίστευτη ιστορία ζωής κι εκείνος γελά αληθινά και φωναχτά,μα τέτοιοι μύθοι όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα θα στέκουν ζωντανοί πάνω στο αλμυρό κύμα του χρόνου, άλλοι ανθρώποι, ζωντανοί...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου

 
NewsAlloy button