Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

«Η Ελλάδα παγιδεύτηκε σε υφεσιακό σπιράλ» Γραφείο Προϋπολογισμού: Χρειάζεται σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους


Γραφείο Προϋπολογισμού: Χρειάζεται σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους
Την ανάγκη «σοβαρής αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους», παράλληλα με τη συνέχιση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων, ώστε η χώρα να επανέλθει σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης, τονίζει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, στην 5η Ενδιάμεση Έκθεση του, με τίτλο «Η παγίδα του χρέους».

Αναλύοντας τις επιπτώσεις του δημοσίου χρέους στην ανάπτυξη της οικονομίας, αναφέρουν ενδεικτικά ότι υπολογίζεται ότι για την Ελλάδα το υψηλό χρέος μειώνει τον ρυθμό ανάπτυξης του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά περίπου 3% (σε ετήσια βάση).  

Η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο υφεσιακό «σπιράλ», λόγω του υψηλού και δυσβάστακτου χρέους (που επηρεάζει βασικούς αναπτυξιακούς συντελεστές) και της αβεβαιότητας που κυριαρχεί (ως απόρροια της κρίσης χρέους), αλλά και του χαμηλού επιπέδου των θεσμών της χώρας (που είναι υψίστης σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη), τονίζεται στην έκθεση.

Υπογραμμίζουν δε ότι χωρίς αμφιβολία η παρούσα κατάσταση (της συνεχούς ανατροφοδότησης των δανείων με νέα δάνεια) οδηγεί σε αδιέξοδο, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για τους δανειστές.

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, στη βάση ενός οικονομικού ορθολογισμού, ζητούν μια αναδιάρθρωση χρέους μετά την οποία η Ελλάδα θα μπορεί να εξυπηρετεί το υπόλοιπο χρέος της (μέσω των αγορών), έχοντας πλέον αποτρέψει μία ενδεχόμενη χρεοκοπία, ενώ και οι δανειστές θα απεμπλακούν από το υπάρχον ατέρμονο «γαϊτανάκι» αλληλοτροφοδότησης των δανείων.

Σπεύδουν βέβαια να σημειώσουν ότι μία αναδιάρθρωση χρέους per se, χωρίς βαθιές τομές δεν θα βοηθήσει. Σε μερικά χρόνια, προεξοφλούν, η Ελλάδα θα βρίσκεται πάλι στην κόψη του ξυραφιού.

Επομένως, «η Ελλάδα πρέπει απαραιτήτως να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως στη δικαιοσύνη, στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, στην καλύτερη λειτουργία των μηχανισμών του κράτους και στην διακυβέρνηση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί ότι δεν θα ξαναφτάσει σε καταστάσεις χρεοκοπίας και αναξιοπιστίας».

Η έκθεση έχει εκπονηθεί από από τα στελέχη του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής Ορέστη Βάθη και Δήμητρα Μήτση και δόθηκε στη δημοσιότητα από τον επικεφαλής του Γραφείου Παναγιώτη Λιαργκόβα.

«Τεράστιο βαρίδι το χρέος για την οικονομία»

Εξηγώντας τους λόγους εκπόνησης της παρούσας έκθεσης, οι αναλυτές αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι
τα τελευταία χρόνια η μελέτη της σχέσης δημόσιου χρέους - ανάπτυξης έχει βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της ακαδημαϊκής έρευνας. Βασική αιτία, εξηγούν, είναι η αύξηση των επιπέδων χρέους των κρατών -τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο παγκόσμιο στερέωμα- η οποία (σύμφωνα με κάποιες προσεγγίσεις) επηρεάζει αρνητικά τους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να εγκλωβίζονται σε μια «παγίδα χρέους».

Η έκθεση χαρακτηρίζει το χρέος «τεράστιο βαρίδι» για την ελληνική οικονομία και αναδεικνύει την ανάγκη ελαφρυνσής του, όπως και της εφαρμογής ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της λειτουργίας του κράτους.

«Αποδεικνύεται εμπειρικά ότι πραγματικά το δυσβάστακτο χρέος αποτελεί ένα τεράστιο «βαρίδι» για την ελληνική οικονομία, καθιστώντας μια σοβαρή ελάφρυνση απαραίτητη. Από την άλλη μεριά, αναδεικνύεται η σημαντικότητα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κάτι που υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να
γίνουν ουσιαστικά βήματα σε διάφορους τομείς (πχ. παραγωγικότητα, λειτουργία του κράτους, θεσμοί), ώστε να μπουν οι βάσεις για την οικονομική ανάπτυξη» αναφέρεται.

Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, τις οποίες παρουσιάζει η έκθεση, μεταξύ χρέους και ανάπτυξης υπάρχει αρνητική στατιστικά σημαντική σχέση. Υπολογίζεται ότι για την Ελλάδα το υψηλό χρέος μειώνει τον ρυθμό ανάπτυξης του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά περίπου 3% (σε ετήσια βάση).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τις ίδιες μετρήσεις, το πρωτογενές πλεόνασμα φαίνεται να επιδρά θετικά στην ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα, αν το πρωτογενές πλεόνασμα αυξηθεί κατά 1%, ο ρυθμός ανάπτυξης του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,32%. Ακόμα, σημαντικά θετική συμβολή στην αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ διαπιστώνεται ότι έχει τόσο ο συνολικός βαθμός παραγωγικότητας, όσο και η συμμετοχή σε νομισματική ένωση.

Τα βασικά «κανάλια» μέσω των οποίων το χρέος επηρεάζει την ανάπτυξη είναι, σύμφωνα με την έκθεση, η μείωση της συσσώρευσης κεφαλαίου-επενδύσεων, των αποταμιεύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.

Στην Ελλάδα το χρέος και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παρουσιάζουν αρνητική συσχέτιση, όπως επίσης συμβαίνει και με τις επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές)και την αποταμίευση. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνεται, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι παράγοντες αυτοί καταγράφουν μεγάλη πτώση: οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν κατά 50% περίπου μεταξύ 2009-2014, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις κατά 70% περίπου (από 49 δισ. ευρώ το 2007 σε 14 δισ. ευρώ το 2014). Αναφορικά με τις επενδύσεις, τα στοιχεία δείχνουν ότι επιβεβαιώνεται η υπόθεση της επίδρασης του υπερβολικού χρέους στις επενδύσεις, σημειώνουν οι αναλυτές.

Αντίστοιχα, η αποταμίευση (ετήσια) μειώθηκε περίπου στο μισό, ενώ και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής κινήθηκε έντονα πτωτικά. Η παραγωγικότητα επηρεάστηκε, μεταξύ άλλων, τόσο από τη μείωση των επενδύσεων όσο και από την αδυναμία ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών, υπηρεσιών αλλά και στη δομή και λειτουργία του κράτους.

Ως αποτέλεσμα, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας μειώνεται, κάτι που επηρεάζει αρνητικά τις εξαγωγές και κατ’ επέκταση την ανάκαμψή της.

Η έκθεση αναφέρεται και στη σχέση χρέους και τραπεζικού συστήματος.

Επιπροσθέτως, αναφέρεται στην έκθεση, μία σοβαρή κρίση χρέους μπορεί να προκαλέσει βαθιά τραπεζική κρίση, δεδομένου ότι όταν οι τράπεζες κατέχουν μεγάλο μέρος του χρέους μια χώρας (το οποίο πλέον δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί), η μείωση της αξίας του –καθώς και μια πιθανή αναδιάρθρωσή του– θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στο ενεργητικό των τραπεζών, καθιστώντας την στήριξή τους (πχ. μέσω ανακεφαλαιοποίησης) απαραίτητη. Οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι τραπεζικές κρίσεις, που συνδέονται με το γενικότερο μακροοικονομικό κλίμα, μπορούν να έχουν ιδιαίτερα αρνητικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη, σημειώνουν οι αναλυτές και αναφέρουν συγκεκριμένη έρευνα σύμφωνα με την οποία μία τραπεζική κρίση μπορεί να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης (τον επόμενο χρόνο από τον οποίο εκδηλώθηκε η κρίση) κατά 1,8%, ενώ αν η τραπεζική κρίση συνεχιστεί, ο ετήσιος αρνητικός αντίκτυπος φτάνει περίπου το 2,1% (μέσος όρος 5ετίας).

Στην Ελλάδα, προστίθεται στην έκθεση, η τραπεζική κρίση ξεκίνησε το 2008 (ως απόρροια της κατάρρευσης της Lehman Brothers) και στη συνέχεια γιγαντώθηκε με την κρίση χρέους της χώρας. Κατά το διάστημα αυτό, οι ελληνικές τράπεζες –που κατέγραψαν απώλειες €38 δισ. μόνο λόγω του PSI το 2012– έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί 3 φορές (2013, 2014, 2015, πέρα από το πακέτο ενίσχυσης που είχε δοθεί το 2009). Κατά την περίοδο της κρίσης, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έφθασαν τα € 108,6 δισ., ενώ οι καταθέσεις μειώθηκαν δραματικά.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς διατραπεζικές αγορές και την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων δεν επέτρεψαν στις τράπεζες να γίνουν μοχλός ανάπτυξης, χρηματοδοτώντας επιχειρήσεις και αναπτυξιακά σχέδια, κάτι που ασφαλώς έχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη της χώρας, σημειώνουν οι αναλυτές.

Στην ουσία, προσθέτουν, τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεταμορφωθεί στον φοροεισπρακτικό βραχίονα του κράτους. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές τράπεζες συμμετέχουν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τροφοδοτώντας με φθηνό χρήμα τις αγορές και τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να διογκώνεται το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας.

Επιπρόσθετα, λόγω του χρέους η χώρα μπορεί να χάσει τη δυνατότητα να ασκεί αντικυκλική πολιτική, κάτι που θα μπορούσε να απαλύνει μερικώς τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, εξηγούν οι ερευνητές. «Η περίπτωση της Ελλάδας εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την κατάσταση: τα χρόνια της κρίσης έχει εφαρμοσθεί μια ιδιαίτερα σφικτή δημοσιονομική πολιτική (προκυκλική), ενώ και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων περιορίσθηκε σημαντικά. Από την άλλη μεριά, το χρηματοδοτικό κενό αυτό δεν καλύφθηκε είτε από ευρωπαϊκά προγράμματα (π.χ. το ΕΣΠΑ), τα οποία για μεγάλο διάστημα είχαν παγώσει, μιας και η Ελλάδα δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει το εθνικό σκέλος ή από ιδιωτικές (εγχώριες ή ξένες) επενδύσεις».

Τι αναδιάρθρωση χρειάζεται;

Η διεθνής εμπειρία, όπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, αναδεικνύει δύο πτυχές σχετικά με την ανάγκη αναδιάρθωσης του χρέους: «α) η αναδιάρθρωση του υπερβολικού χρέους μιας χώρας καθίσταται επιτακτική όταν πλέον είναι φανερό ότι η εξυπηρέτησή του δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της δημοσιονομικής προσαρμογής ή της αναμενόμενης ανάπτυξης, ενώ και η παροχή ρευστότητας (μέσω νέων δανείων) δεν είναι αποτελεσματική λύση σε μακροχρόνιο ορίζοντα και β) η αναβολή ή η καθυστέρηση της αναγνώρισης της αναδιάρθρωσης ως μέρος της λύσης στο χρέος, μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερες καταστάσεις, όπως ακριβώς έχει συμβεί από το 2010 και ένθεν στην Ελλάδα».

Από την άλλη πλευρά, προσθέτουν οι αναλυτές, «όταν το χρέος είναι υπερβολικό και δυσβάστακτο, στο βαθμό που κάθε «κέρδος» που προκύπτει από τις μεταρρυθμίσεις (πχ. την αυξημένη φορολογία κα) ή τις επενδύσεις κατευθύνεται για την εξυπηρέτησή του (αντί να την καρπώνονται οι πολίτες της χώρας), τότε αυτό από μόνο του αποτελεί αντικίνητρο για τη χώρα για να υλοποιηθούν τα βήματα αυτά. Επηρεάζει επομένως αρνητικά τη διάθεση για ενστερνισμό του προγράμματος προσαρμογής από ηγεσίες και πολίτες».

Χωρίς αμφιβολία, τονίζουν οι αναλυτές, η παρούσα κατάσταση (της συνεχούς ανατροφοδότησης των δανείων με νέα δάνεια) οδηγεί σε αδιέξοδο, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για τους δανειστές.

Υπάρχει δηλαδή, εξηγούν, μια καμπύλη Laffer (αναμενόμενη αξία χρέους προς ονομαστική αξία χρέους) όπου όταν μία χώρα βρίσκεται πλέον στην «κακή πλευρά» της καμπύλης (δεξιά του σημείου Β στο Διάγραμμα 5), τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να αποπληρωθεί το χρέος, και επομένως, μία σοβαρή ελάφρυνση του χρέους είναι προς όφελος τόσο των δανειστών όσο και της λήπτριας χώρας.



Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα, που στην ουσία έχει αποκλειστεί από τις αγορές χρήματος, διατρέχει τον κίνδυνο να μπει σε μία διαρκή κατάσταση «μη ανοχής» (debt intolerance) από τους επενδυτές αναφορικά με το χρέος της, ενώ θα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικά γεγονότα (shock) που μπορούν πολύ εύκολα να επηρεάσουν την εύθραυστη οικονομίας της, προσθέτουν. Καταστάσεις, σημειώνουν, που αν δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, μπορούν να έχουν συνέπειες σε ευρύτερο πλαίσιο (π.χ. να συμπαρασύρουν κι άλλες χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν χρηματοδοτικά προβλήματα).

Στη βάση λοιπόν ενός οικονομικού ορθολογισμού, αυτό που πρέπει να αναζητηθεί είναι μια «βέλτιση» λύση, σημειώνεται στην έκθεση και διευκρινίζεται «στην πράξη αυτό σημαίνει μια αναδιάρθρωση του χρέους μετά την οποία η Ελλάδα θα μπορεί να εξυπηρετεί το υπόλοιπο χρέος της (μέσω των αγορών), έχοντας πλέον αποτρέψει μία ενδεχόμενη χρεοκοπία, ενώ και οι δανειστές θα απεμπλακούν από το υπάρχον ατέρμονο «γαϊτανάκι» αλληλοτροφοδότησης των δανείων».

Αργυρώ Τσατσούλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου

 
NewsAlloy button