Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Π⓪ύστηƍ⓪ι!! "Π⓪ύστηƍ⓪ι", "σκ@τ⓪ρουφιάνοι", "αλήτες",

Αυτό που αντίκρυσα μπαίνοντας στον καφενέ, δεν το ματαξασυνάντησα!!
Ενας υπερογδοντάρης γέροντας όρθιος να...αγορεύει, αγριεμένος, κουνώντας μιά γκλίτσα πάνω-κάτω κι όλοι οι θαμώνες κάγκελο!
Εκανα νόημα για καφέ κι έκατσα...μακριά του! "Π⓪ύστηƍ⓪ι", "σκ@τ⓪ρουφιάνοι", "αλήτες", οι πρώτες λέξεις που έφτασαν στ΄αυτιά μου.
"Γ@μѠ τα πρέκια σας", συνέχισε ο αφιονισμένος. "Πόσα σ΄έκοψαν, Παναγιώτη;" απευθύνθηκε σ΄ένα ετοιμόρροπο γεροντάκι.
"Εσένα, ωρέ Θανάση;", συνέχισε. "Πόσα πλερώντε για... φάρμακα;". "Πόσα δίντε στου γιατρό;".
"Τι τρώτε ρε αναθεματισμένοι; Παπάρα προυί, τσάϊ του βράδ΄και κουρκούτ΄ του μεσημέρ΄;".
"Πόσου έχτι χαράτσ΄; Ηρθαν οι τούρκοι πάλι;"
"Τι φκιάχν τα πιδιά σας;; Δλεύν; Τα ΄γγόνια τα δίντε καμιά δικάρα; Χα-χα!".
"Π΄νούσαμε 40 χρόνια, δούλεψαμι, έγιναμε αθρώποι, έφαγαμι-ήπιαμι μιά στάλα κι τώρα πάλι ΠΕΙΝΑ κι θάνατου μας έφιραν".
Είπε κι άλλα ο γέρος. Απόκαμε. Εκατσε στη καρέκλα, ρούφηξε μια γουλιά καφέ κι άναψε μιά τσιγάρα-βάλσαμο. Τον πλησίασα, έκατσα, πιάσαμε κουβέντα. "Πολλά και σωστά είπες, θείο, γιατί;" τον τσίγκλισα.
"Εχω τρελλαθεί" απάντησε. "Γεννήθηκα από φτωχά @ρχίƍι@. Γραφτό μου. Μεγάλωσα στη φτώχεια και στη στέρηση, όπως όλοι σχεδόν στο...(είπε το όνομα του χωριού). Γράμματα δεν έμαθα, δούλευα στο χωράφι και σε οικοδομές. Από 10 χρονών. Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, ξενιτεύτηκα, αλλά πρόκοψα. Μάστορας καλός. Μαζί και τα παιδιά μου. Πρόκοψαν κι αυτά. Δέκα βγάζαμε, πέντε στην άκρη. Νάχουμε για τις δύσκολες μέρες. Μετά εγώ σταμάτησα, άρχισαν κι οι αρρώστειες. Πέθανε κι η μπάμπω, άστα. 
Οχτώ χρόνια τώρα σταμάτησαν οι δουλειές. Τα παιδιά τίποτα κι οι υποχρεώσεις βουνό... Να τι έπαθα, όμως, σήμερα: έχω ένα διαμέρισμα εδώ και πήγα να πάρω το νοίκι, μιάς κι ήρθα. Μ΄άνοιξαν τα παιδιά, δυό φοιτητές, μεσ΄τη θλίψη. Εριξα μιά ματιά στο παγωμένο σπίτι και στη κουζίνα είδα μιά φραντζόλα και λίγο τυρί. Ρώτησα και μ΄είπαν πως αυτό είχαν για φαί, αυτό μπορούσαν ν΄αγοράσουν. 
Και στο δωμάτιο...μιά σομπίτσα αερίου, που ούτε τα αχαμνά τους δεν ζέσταινε. "Γύρισε ο κόσμος ανάποδα. Τους είπα δεν θέλω νοίκι κι έφυγα". 
 ......................................
Οργή; Αγανάχτηση; Ανθρωπιά; Αδιέξοδο; Ισως όλα μαζί. Ισως κι αυτά νάναι λίγα. Ισως νάναι μιά μικρογραφία. Ισως ένα μήνυμα. Μια ΕΛΠΙΔΑ. Ισως πρέπει να πάψουμε τα "Π⓪ύστηƍ⓪ι". Και να περάσουμε στη "γκλίτσα". Οσο υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος.
Από politikokoraki, μέσω "Το Γρέκι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου