Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Πώς γίνεται να είμαστε τόσο λίγοι;

Γεια σου Πιτσιρίκο. Διάβασα το γράμμα της αισιόδοξης εκπαιδευτικού που δημοσίευσες. Έχοντας ζήσει τα ίδια γεγονότα και από την ίδια θέση, οι εντυπώσεις και οι εμπειρίες μου επιβεβαιώνουν αυτές της συναδέλφου. Μόνο στην πορεία των εκπαιδευτικών μαζί με τους σχολικούς φύλακες και τους δημοτικούς μπάτσους τα είδα λίγο αλλιώς:
Πράγματι, κατέβηκε κόσμος από όλη την Ελλάδα. Ήμασταν όμως λίγοι. Ελάχιστοι, αν ο σκοπός ήταν να τρομάξουμε οποιονδήποτε. Πώς γίνεται να ήρθαν από όλη την Ελλάδα και να είμαστε τόσο λίγοι; Η μόνη εξήγηση που βρίσκω ήταν ότι από την Αθήνα ήρθαν ελάχιστοι. Οι προσωπικοί μου γνωστοί από την Αθήνα ήταν πράγματι ελάχιστοι. Δεν κατεβαίνουν ποτέ. Φοβούνται; Βαριούνται; Απαξιώνουν; Πάντως δεν έρχονται.
Άλλη παρατήρηση ήταν ότι η πορεία υστερούσε σε ομορφιά και καλαισθησία. Δεν πρόσεξα αν φορούσαν 20ποντες γόβες, αλλά μια ωραία γυναίκα δεν είχε, να αναπαύσεις τη ματιά σου. Όλο δασκαλόφατσες. Μόνο στη γωνιά με τους δημοτικούς μπάτσους έφτιαχνε λίγο το πράγμα. Δεν είναι έτσι συνήθως στις πορείες: είχα συνηθίσει να βλέπω φρέσκο κόσμο, νιάτα.
Θα έλεγε κανείς ότι είτε οι ωραίες δε γίνονται δασκάλες (και οι ωραίοι ίσως, αλλά αυτό δε με απασχόλησε ιδιαίτερα) ή ότι το δασκαλίκι ασχημαίνει τον άνθρωπο. Αλλά δεν είναι έτσι, υπήρξα και νεοδιόριστος όχι πολύ παλιά και είδα τόσους ωραίους και νέους ανθρώπους όσο σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά. Δεν ξέρω πού ήταν εκείνη τη μέρα.

Όσο για το σχόλιο της συναδέλφου «πού είναι τα ΜΑΤ; ήταν μια κάποια λύσις», αυτό ακριβώς -μα ακριβώς όμως- ένοιωσα λίγες μέρες αργότερα, στην «απαγορευμένη» πορεία υποδοχής του Σόιμπλε.
Είχαν αναγγελθεί δρακόντεια μέτρα ασφαλείας μέχρι περίπου τις 8 το βράδυ. Έξυπνοι εμείς, είπαμε «α έτσι; συγκέντρωση λοιπόν στις 6:30 στην Κλαυθμώνος και πορεία στο Σύνταγμα, στην καρδιά των απαγορευμένων περιοχών, όχι που θα σας φοβηθούμε».
Το κάλεσμα έμοιαζε διάχυτο. Εγώ το έμαθα στην πορεία των εκπαιδευτικών/φυλάκων/δημοτικών μπάτσων. Σαν να κατάλαβα (ορθά; εσφαλμένα;) ότι προερχόταν (και) από την ΟΛΜΕ.
Είχα την απόλυτη βεβαιότητα ότι η πορεία δε θα γινόταν -δε θα την άφηναν δηλαδή να γίνει-, αλλά ήθελα να πάω ακριβώς γι’ αυτό το λόγο: να το παλέψουμε ακόμη και εν όψει βέβαιης ήττας. Την ήττα που φάγαμε τελικά δεν τη φανταζόμουν όμως.
Όλο το πρωί, το κέντρο είναι γεμάτο σιχτιρισμένους πολίτες που έχουν ταλαιπωρηθεί και αγανακτήσει από τις απαγορεύσεις και τα χώνουν στους μπάτσους ακόμη κι αν είναι τύποι που δε θα το περίμενες, π.χ. ηλικιωμένες αστές, γιάπηδες κλπ. Κόσμος που αν έκανε εκείνη τη στιγμή πορεία η οργή του θα έκανε να πέσουν αεροπλάνα. Αλλά η πορεία ήταν για το απόγευμα.
Έκανα τη διαδρομή μέσα από όλα τα ορεινά και δύσβατα του Κολωνακίου, για να αποφύγω τους διπλούς δρόμους αν έπεφτα σε μπλόκο και μας έστελναν πίσω. Ήξερα πού περίπου ήταν τα μπλόκα -δηλαδή υπέθετα.
Μέχρι που παρατήρησα ότι τους δρόμους που αποφεύγω, τους αποφεύγω μόνο εγώ. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος τους πέρναγε κανονικά με κάθε μέσο, με τα πόδια, με αυτοκίνητα, με λεωφορεία. Δεν είχε μπλόκα.
Το επόμενο που παρατήρησα ήταν ότι δεν είχε ούτε μπάτσους.
Φτάνω στην Κλαυθμώνος. Έχει τρία μπλοκ: ΜΛ, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δεν έχει άλλα κόμματα, δεν έχει μπλοκ που να μην είναι κομμάτων, και δεν έχει και σκόρπιους, ή, αν έχει, πάνε με κάποιο από τα τρία αυτά μπλοκ. Δεν έχει ούτε έναν μπάτσο. Πίσω από την ουρά της πορείας έχει λεωφορεία και αυτοκίνητα που περιμένουν να αδειάσει ο δρόμος για να πάνε στη δουλειά τους.
Όσο ήμασταν στη Σταδίου, που έχει ψηλά κτίρια κι από τις δύο, φαινόμασταν ηχηροί. Τουλάχιστον τα συνθήματα έβγαιναν ζωηρά, κάτι είναι κι αυτό. Αλλά μάλλον εξαπατούσε ο χώρος, γιατί στην ανοιχτωσιά του Συντάγματος δεν ήμασταν τόσο βροντόλαλοι. Ακόμα κι εκεί σχεδόν δεν είχε μπάτσους, μόνο μέσα μέσα, σχεδόν στα σκαλιά της Βουλής, μερικούς.
Φωνάξαμε λίγο, ενημερώνοντας τα περιστέρια και τους τσολιάδες για τις απόψεις και τις διεκδικήσεις μας, κι αφού τίποτε δεν ανέκοπτε την ορμή μας (αφού κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να την ανακόψει) συνεχίσαμε κι άλλο την πορεία, πίσω προς Ομόνοια.
Στα μισά της διαδρομής προς Ομόνοια βαρέθηκα και εγκατέλειψα.
Μας την είχαν σκάσει.
Όλα τα περί μέτρων και απαγορεύσεων μέχρι αργά ήταν ψαρωτικά. Πήγαμε να παραστήσουμε τις Σουλιώτισσες και ο εχθρός την είχε κοπανήσει. Απαξιούσε ν’ ασχοληθεί με την πάρτη μας. Ένοιωθα σα να τραβάγαμε διελκυστίνδα και οι απέναντι να είχαν αμολήσει το σχοινί, αφήνοντάς μας να σωριαστούμε κάτω από την ίδια μας τη φόρα. Και είχα κι εγώ στο νου μου την ίδια σχεδόν φράση με τη συνάδελφο, ότι περιμέναμε τους βαρβάρους.
Άκουσα από κάποιον που μετά την πορεία συνάντησε ένα γνωστό του που δεν ήταν στην πορεία: «Επ, τι γίνεται;» «Ε, εδώ: έκανα κι εγώ λίγο Σόιμπλε»!
Ευτυχώς που δεν ήρθες. Έχεις πολύ καλό τάιμινγκ, ξέρεις πότε να εγκαταλείψεις επειδή δεν έχει νόημα να κάνεις λίγο Σόιμπλε.
Πρέπει να πω ότι γενικά διατηρώ το κέφι μου για ζωή και περνάω καλά. Δεν έχω κατάθλιψη, δεν περνάω τη μέρα μου κλαίγοντας για όσα έχω χάσει ή θα χάσω ή έχουν χάσει οι υπόλοιποι, ούτε και κλαίγοντας γιατί δεν είμαστε δυναμικοί και μαχίμια (ως κλάδος ή ως λαός ή οτιδήποτε). Αλλά σε επιμέρους ζητήματα δεν μπορώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία της αισιόδοξης εκπαιδευτικού με την οποία κατά τα άλλα συμφωνώ τόσο.
Καλά να περνάς.
Περικλής
(Αγαπητέ φίλε, αν κατάλαβα κάτι στις διαδηλώσεις της Αθήνας είναι πως ο κρατικός μηχανισμός καταστολής ελίσσεται και προσαρμόζεται στις περιστάσεις ανάλογα με τον όγκο, τις προθέσεις και τις κινήσεις των διαδηλωτών. Από την άλλη, εμείς σχεδόν πάντα αφελείς και χαζοχαρούμενοι. Η μόνη οργανωμένη προσπάθεια από τους διαδηλωτές έγινε τον Ιούνιο του ’11 στο Σύνταγμα και απέφερε αποτέλεσμα, αφού, παρά την άγρια και βάρβαρη καταστολή δεν κατάφεραν να μας βγάλουν οριστικά από την πλατεία. Βέβαια, δεν θα ξεχάσω ένα πρωινό -νομίζω πως ήταν η 29η Ιουνίου του ’11, ημέρα που θα ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο-, όταν ένας ηλικιωμένος ήταν αιμόφυρτος και λιπόθυμος στην άσφαλτο από χτυπήματα ματατζήδων στο κεφάλι, και μια κυρία ούρλιαζε από το αυτοκίνητό της πως θέλει να πάει στη δουλειά της και δεν μπορεί να περάσει εξαιτίας του λιπόθυμου κυρίου και του ασθενοφόρου. Της είπα πως δεν ήξερα ότι οι βίζιτες ξεκινάνε από τα χαράματα -εντάξει, δεν έπρεπε να το πω αυτό αλλά είχα πάρει ανάποδες και ήμουν εκτός εαυτού- αλλά ήταν και η μέρα που κατάλαβα πως ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων είναι σκατάδες και χαλασμένοι που δεν θα φτιάξουν ποτέ. Δεν θα συμφωνήσω με αυτό που λέτε πως δεν βλέπατε όμορφους ανθρώπους στην πορεία. Δεν το λέω αυτό επειδή αντικειμενικά είμαι καλλονός αλλά επειδή εμένα όσοι ήταν στις διαδηλώσεις μου φαίνονταν γοητευτικοί και πανέμορφοι. Οι υπόλοιποι μου φαίνονταν τέρατα. Να είστε καλά και να μην χάσετε ποτέ το κέφι σας.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου

 
NewsAlloy button